ψυχρήλατος

ψυχρήλατος
ος, ο[ν] подвергнутый холодной обработке (о металле)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "ψυχρήλατος" в других словарях:

  • ψυχρήλατος — cold forged masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψυχρήλατος — η, ο / ψυχρήλατος, ον, ΝΜΑ (για μέταλλο ή μεταλλικό αντικείμενο) αυτός που έχει υποστεί ψυχρηλασία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψυχρός + ήλατος (< ἐλαύνω), πρβλ. σφυρ ήλατος, με έκταση λόγω συνθέσεως] …   Dictionary of Greek

  • ψυχρήλατον — ψυχρήλατος cold forged masc/fem acc sg ψυχρήλατος cold forged neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψυχρηλάτοις — ψυχρήλατος cold forged masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψυχρηλάτου — ψυχρήλατος cold forged masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψυχρηλάτῳ — ψυχρήλατος cold forged masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψυχρήλατα — ψυχρήλατος cold forged neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ψυχρηλασία — η, Ν [ψυχρήλατος] (μεταλργ.) η εν ψυχρώ, δηλαδή χωρίς προηγούμενη θέρμανση, έλαση μετάλλου …   Dictionary of Greek

  • ψυχρηλατώ — έω, Ν [ψυχρήλατος] (σχετικά με μέταλλο ή άλλο μεταλλικό αντικείμενο) κάνω ψυχρηλασία …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»